Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗΣ ΧΑΡΤΙΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


Στις μεσαιωνικές πόλεις τα προβλήματα συλλογής των απορριμμάτων συνέβαλαν στην εξάπλωση των επιδημιών που εξόντωσαν εκατομμύρια ανθρώπους. Αλλά στα χρόνια εκείνα, ίσως, βρίσκεται και η αρχή του επαγγέλματος του ανακυκλωτή χαρτιού. Οι ρακκοσυλλέκτες, οι άνθρωποι μου μάζευαν τα χρησιμοποιημένα πανιά, δηλ. τα ράκκη, τροφοδοτούσαν τη βιομηχανία… χαρτιού (τότε το χαρτί προερχόταν κυρίως από πανιά) με τις αναγκαίες πρώτες ύλες. Σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις, όπως κι εδώ στην Ελλάδα (στην Ήπειρο κ.α.) οι ρακκοσυλλέκτες φρόντιζαν για την ανακύκλωση των «άχρηστων» πανιών.


Οι τσιγγάνοι, οι γύφτοι, πλανώδιοι σιδεράδες της αποχής, επιδιόρθωναν, μετασκεύαζαν, επαναξιοποιούσαν σιδερένια και άλλα μεταλλικά αντικείμενα, και γι’αυτό έχαιραν μεγάλης εκτίμησης. Πανηγύρι στηνόταν στο χωριό με την άφιξη του τσιγγάνου.


Στις αρχές του 20ου αιώνα οι γυρολόγοι μάζευαν ήδη συστηματικά τα χρησιμοποιημένα χαρτιά για ανακύκλωση στην τότε χαρτοβιομηχανία. Η κατανάλωση χαρτιού ήταν, όμως, πολύ μικρή, μερικές χιλιάδες τόνοι το χρόνο. Την εποχή εκείνη, οι εφημερίδες αφού διαβάζονταν δεν κατέληγαν αμέσως για ανακύκλωση, αλλά μετατρέπονταν σε υλικά συσκευασίας για το περιτύλιγμα των προϊόντων στο μπακάλικο, των ψαριών στο ιχθυοπωλείο. Τα χασαπόχαρτα, τα στρατσόχαρτα είναι τα κύρια προϊόντα ανακύκλωσης χαρτιού. Οι χρησιμοποιημένες εφημερίδες –έτσι κι αλλιώς ελάχιστες σε αριθμό και σε ελάχιστα αντίτυπα- ήταν το κύριο υλικό συσκευασίας στις αρχές του αιώνα. Οι ψαράδες, αν δεν χρησιμοποιούσαν βούρλα για να «κρεμάσουν» τα ψάρια, θα έφτιαχναν με μια παλιά εφημερίδα ένα χωνία για να βάλουν εκεί μέσα τα ψάρια που αγόραζε ο πελάτης. Οι μπακάληδες θα τύλιγαν τα αυγά με τις παλιές εφημερίδες. Το ίδιο έκαναν και οι μανάβηδες για τα περιορισμένα φρούτα και μαρούλια που πουλούσαν. Οι ανακυκλωτές της εποχής φόρτωναν στην πλάτη τους ή το πολύ πολύ σε ένα κάρο τις παλιές εφημερίδες και τις πουλούσαν ως υλικό συσκευασίας σε μπακάλικα, μανάβικα κι άλλα μαγαζιά. Τα χαρτιά περιτυλίγματος και τα χαρτιά πολυτελείας που είναι ελάχιστα ή ανύπαρκτα την περίοδο αυτή.


Τα περισσότερα χαρτιά εισάγονταν στην Ελλάδα. Από τα χαρτιά που παράγονταν στη χώρα (κυρίως κουτιά τσιγάρων, χοντρά χαρτόνια για πρόκες, στρατσόχαρτα για κρεοπωλεία και ιχθυοπωλεία αργότερα) τα περισσότερα –ποσοστό 60%- προέρχονταν από παλιά, από χρησιμοποιημένα χαρτιά που οι διάφοροι γυρολόγοι και οι «παλιοχαρτάδες» μάζευαν από το δρόμο, από τα τυπογραφεία κι από διάφορα εργοστάσια και εργαστήρια.


Την εποχή εκείνη η Αθήνα είναι μικρή, περιορίζεται γύρω από την Ακρόπολη. Ο Δήμος Βούτσελας ανοίγει μία μικρή αποθήκη στην Πλατεία Ψυρρή. Γύρω στο 1922 ξεκινάει η ανακύκλωση χαρτιού σε πιο συστηματική βάση. Γυρολόγοι μαζεύουν το χαρτί στην Αθήνα αλλά και σε άλλες πόλεις και το πουλάνε στο Δήμο Βούτσελα. Στο χαρτοπολτό που εισάγεται από το εξωτερικό προστίθεται μία ποσότητα μέχρι 10% χρησιμοποιημένων χαρτιών.


Οι γυρολόγοι, οι «ρακοσυλλέκτες»-μία έννοια παρεξηγημένη- φορτωμένοι τους σάκους στην πλάτη μαζεύουν στην καλύτερη περίπτωση 50-100 κιλά χαρτί. Τα καροτσάκια και τα κάρα είναι σημαντική πολυτέλεια για τους ανακυκλωτές του χαρτιού την εποχή εκείνη. Μηχανήματα ή πρέσες δεν υπάρχουν. Στην καλύτερη περίπτωση μία κάσα μεταφέρεται επιτόπου και χρησιμοποιείται για τη συσκευασία και το δέσιμο των χαρτιών με τσέρκια, όταν η ποσότητά του είναι μεγάλη. Το χαρτί μπαίνει στην κάσα, πατιέται για να συμπιεστεί και στο τέλος τοποθετείται μια πόρτα για να πατηθεί και να συμπιεστεί περισσότερο. Οι μηχανικές πατέντες, οι πρώτες πρέσες, θα εμφανισθούν πολύ αργότερα, μετά τον πόλεμο. Οι περισσότερο γυρολόγοι, όμως, θα κουβαλάνε μέχρι πρόσφατα το χαρτί σε μεγάλα σακιά, τις μπούρδες από δρόμο σε δρόμο μέχρι να το παραδώσουνε για ανακύκλωση.


Σήμερα οι πιο οργανωμένοι από τους ρακκοσυλλέκτες, τους γυρολόγους, διαθέτουν κάποιο τρίκυκλο, ή ένα μικρό φορτηγάκι, που συνήθως είναι σε άσχημη κατάσταση, στα πρόθυρα διάλυσης. Νωρίς τα ξημερώματα θα συναντήσει ο αγουροξυπνημένος οδηγός στο Ρέντη και σε άλλες περιοχές, ηλικιωμένους ανθρώπους να τσουλάνε ή να σέρνουν ένα ξύλινοκαρότσι φορτωμένο με χαρτοκιβώτια. Μοναχικές σκιές που αγωνίζονται να παραδώσουν λίγο χαρτί και να πάρουν μερικά κατοστάρικα για να ξεδιψάσουν τα χείλη τους.


Οι πιο οργανωμένες χαρτοβιομηχανίες και οι βιομηχανίες γραφικών τεχνών έχουν αρχίσει να εμφανίζονται στη χώρα μας τις αρχές του αιώνα που διανύομε: το φακελάδικο, το 1918, ο Λαδόπουλος στην Πάτρα, η μεγαλύτερη την εποχή εκείνη χαρτοποιία των Βαλκανίων, η Αίγλη, η Χαρτοποιία Αιγίου, το 1932, ο Σαραντόπουλος στην Αθήνα, η χαρτοποιία του Κεφάλα, η Αθηναϊκή, το 1938. Η βιομηχανία γραφικών τεχνών ΕΛ.ΚΑ. θα μεταφερθεί στην Αθήνα. Η δεκαετία πριν τον πόλεμο είναι σημαντική για την άνθηση της χαρτοβιομηχανίας και των γραφικών τεχνών στην Ελλάδα, όπως και η δεκαετία του ’60.


Μετά τον πόλεμο καινούργιοι άνθρωποι μπαίνουν στο χώρο του χαρτιού και της ανακύκλωσης. Ο Κολιόπουλος, μετέπειτα χαρτοποιία ΠΑΚΟ, θα ανοίξει τη δική του αποθήκη, συγκεντρώνοντας 8-10 τόνους χαρτί τη μέρα, όταν οι χαρτοβιομηχανίες σήμερα συγκεντρώνουν πάνω από 200 τόνους χρησιμοποιημένου χαρτιού τη μέρα.


Οργανωμένα η ανακύκλωση του χαρτιού στην Ελλάδα ξεκίνησε τη δεκαετία του 1960. Η κατανάλωση του χαρτιού έχει ήδη αυξηθεί κατακόρυφα, το ίδιο και η παραγωγή και οι ανάγκες της βιομηχανίας σε χρησιμοποιημένο χαρτί, σε πρώτες ύλες δηλ. για ανακυκλωμένα χαρτικά. Την εποχή αυτή οι πιο μεγάλοι «παλιοχαρτάδες» (αυτοί δηλαδή που ασχολούνται με το εμπόριο παλαιού χαρτιού) είναι 8-10 άτομα: Ο Δ. Βούτσελας, ο Αράπης, ο Ποντίκης, ο Ζαμίνος, ο Σταυρόπουλος, κ.ά.


Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 κατασκευάζεται το εργοστάσιο της Βιοχαρτικής στον Ασπρόπυργο και η ΠΑΚΟ στην Πελασγία που αξιοποιούν τα παλιά χαρτιά. Λίγα χρόνια αργότερα η Θεσσαλική και η ΜΕΛ Θεσσαλονίκης θα ξεκινήσουν παραγωγή χαρτιού χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη τα άχυρα από τις καλλιέργειες δημητριακών, κυρίως στο Θεσσαλικό κάμπο.


Σήμερα το Σωματείο Εμπόρων Παλαιού Χαρτιού περιλαμβάνει πάνω από 80 απασχολούμενους οργανωμένα και σε πεαγγελματικό επίπεδο στην συλλογή χρησιμοποιημένου χαρτιού για ανακύκλωση. Εκατοντάδες φορτηγά διασχίζουν την Αττική, τη Θεσσαλονίκη κι άλλες πόλεις, αλλά και τους εθνικούς αυτοκινητόδρομους και συγκεντρώνουν ή μεταφέρουν στις βιομηχανίες καθημερινά χρησιμοποιημένο χαρτί για ανακύκλωση.


Η κατανάλωση χαρτιού στην Ελλάδα έχει ξεπεράσει τους 800.000 τόνους το χρόνο, όταν το 1976 δεν ξεπερνούσε τους 400.000 τόνους. Κάθε χρόνο συγκεντρώνονται προς ανακύκλωση 300.000 τόνοι χρησιμοποιημένου χαρτιού (220.000 τόνοι από μεγάλους παραγωγούς, όπως σούπερ μάρκετ, βιομηχανίες, τυπογραφεία, βιβλιοδετεία, επιστροφές εφημερίδων και περιοδικών και άλλοι 80.000 τόνοι από σπίτια, γραφεία, κλπ).


Χιλιάδες άνθρωποι εξασφαλίζουν τα οικονομικά μέσα για την επιβίωσή τους συγκεντρώνοντας το χαρτί από τα υπόγεια των τυπογραφείων ή από υπερσύγχρονα γραφεία, από χώρους σκουπιδιών στο δρόμο ή τις εμπορικές περιοχές και τις αγορές, από σχολεία ή κοινωνικούς φορείς, από ανθρώπους που πιστεύουν ότι θα πλουτίσουν πουλώντας 100 κιλά χαρτί ή από ανθρώπους που μαζεύουν ακόμη και το πιο μικρό χαρτάκι πιστεύοντας ότι έτσι θα συμβάλουν στην προστασία του περιβάλλοντος.


Η ιστορία της ανακύκλωσης όμως δεν θα γραφτεί εύκολα και περισσότερο δεν θα συνοδευθεί από το αναγκαίο φωτογραφικό ή άλλο υλικό, το οποίο χάθηκε μέσα στα χρόνια. Στην προσπάθειά μας να συγκεντρώσουμε πληροφορίες για την ιστορία της ανακύκλωσης στην Ελλάδα, διαπιστώσαμε ότι οι φωτογραφίες των πρωταγωνιστών της ανακύκλωσης δεν υπάρχουν, οι εικόνες της ανακύκλωσης δεν ξέφτισαν μόνο από το χρόνο, χάθηκαν μαζί με τους ανθρώπους, που κουβάλησαν στην πλάτη τους χιλιάδες τόνους χρησιμοποιημένου χαρτιού για τη χαρτοβιομηχανία. Η προσπάθειά μας θα συνεχισθεί πιο συστηματικά και θα παρακολούσαμε να μας βοηθήσει οποιοσδήποτε έχει παρόμοιο υλικό (έγγραφα, φωτογραφίες, γράμματα) που μπορούν να βοηθήσουν στην καταγραφή της ιστορίας της ανακύκλωσης του χαρτιού, των «χαρτάδων» αλλά ταυτόχρονα και της ίδιας της χαρτοβιομηχανίας στη χώρα μας, που θα επιχειρήσουμε από τις σελίδες αυτής της εφημερίδας. Όχι μόνο για λόγους που σχετίζονται με το παρελθόν αλλά κυρίως για να μιλήσουμε για το μέλλον της ανακύκλωσης του χαρτιού.


Χαρτιά κουζίνας και τουαλέτας, χαρτιά συσκευασίας, χαρτόνια και χαρτοκιβώτια παράγονται σήμερα στη χώρα μας από τη συλλογή χρησιμοποιημένου χαρτιού για ανακύκλωση. Παρόλα αυτά μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ολοκληρωμένη πολιτική για προώθηση της ανακύκλωσης στη χώρα μας: νομοθετικές ρυθμίσεις, οικονομικά εργαλεία, ενημέρωση, επενδύσεις. Η ανακύκλωση χαρτιού στη χώρα μας δεν έχει φτάσει, ακόμη, τα υψηλά ποσοστά που έχουν επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Η χαρτοποιία δεν μπορεί ακόμη να ικανοποιήσει τις ποσοτικές και ποιοτικές απαιτήσεις μίας σύγχρονης πολιτικής για την προώθηση της ανακύκλωσης και των ανακυκλωμένων προϊόντων. Οι πολίτες στη χώρα μας δεν γνωρίζουν ακόμη τα ανακυκλωμένα προϊόντα που κυκλοφορούν ήδη στην αγορά και πολύ περισσότερο δεν έχει δημιουργηθεί η αναγκαία ζήτηση ανακυκλωμένων προϊόντων που θα οδηγήσει σε ένα νέο ποιοτικό άλμα την υπόθεση της ανακύκλωσης στη χώρα μας.


Η αναγκαία νομοθετική ρύθμιση της ανακύκλωσης (που ελπίζουμε ότι επιτέλους θα υπάρξει μέσα στους επόμενους μήνες), η μεταστροφή δημοσίων, κοινωνικών και αυτοδιοικητικών φορέων προς τα ανακυκλωμένα χαρτικά, η μεγαλύτερη ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των πολιτών, νέες επενδύσεις στη βιομηχανία και η βελτίωση της υποδομής για την ανακύκλωση μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα μία νέα περίοδο για τη χαρτοποιία και την ανακύκλωση χαρτιού στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και λίγο πριν το τέλος του αιώνα, που χαρακτηρίστηκε από την ραγδαία κατανάλωση χαρτιού αλλά και από την πιο συστηματική σήμερα ανακύκλωση χαρτιού, ιδιαίτερα στις βιομηχανικές χώρες.


Αλλά αν θέλουμε να πετύχει η ανακύκλωση χαρτιού, εκτός από τα πιο πάνω, θα πρέπει όλοι οι φορείς που σχετίζονται με την ανακύκλωση (πολιτεία, βιομηχανία, τοπική αυτοδιοίκηση, χαρτέμποροι, οικολογικές οργανώσεις) να επεξεργαστούν ένα συγκεκριμένο σχέδιο και για την αναβάθμιση της δουλειάς και των μέσω συλλογής χαρτιού από τους γυρολόγους, τους ρακκοσυλλέκτες που μαζεύουν το χαρτί από το δρόμο. Ανάμεσα στα θέματα που πρέπει να αντιμετωπισθούν είναι:


Για λόγους πάταξης της φοροδιαφυγής, η εφορία ζητάει από τους ρακκοσυλλέκτες τη διατήρηση βιβλίων και τη θεώρηση τιμολογίων. Κι αν αυτό είναι σωστό για οργανωμένες επιχειρήσεις, ποιός πιστεύει αλήθεια ότι άνθρωποι που δεν ξέρουν να γράφουν ούτε το όνομά τους, θα «μπλέξουν» με την εφορία, με τιμολόγια, ΦΠΑ για τις 2.000-3.000 δρχ. που βγάζουν τη μέρα με απίστευτο κόπο; Μία λύση είναι η δημιουργία ενός καταλόγου ρακκοσυλλεκτών που θα μπορούν να διακινούν χωρίς τιμολόγια περιορισμένες ποσότητες χαρτιού που μαζεύουν στο δρόμο.


Συνήθως η συλλογή του χρησιμοποιημένου χαρτιού από τους δρόμους ή μέσα από τα σκουπίδια αποτελεί κίνδυνο για την υγεία των ρακκοσυλλεκτών. Το χαρτί ανακυκλώνεται με διαδικασίες τέτοιες που ουσιαστικά απαλλάσσεται από το 99,9% των παθογόνων που μπορεί να υπάρχουν στα σκουπίδια. Η υγεία, όμως, των ανθρώπων αυτών απειλείται σοβαρά (Σ.Σ. δεν και τεύχος περιοδικού ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ, τεύχος 17, «Απορρίμματα και Υγεία»). Μία πρόταση είναι να υπάρχει συνεχής ιατρική παρακολούθηση και υποστήριξή τους, εκπαίδευση και ενημέρωσή τους, κυρίως μέσω δικών τους δικτύων αλληλοϋποστήριξης που πρέπει να δημιουργηθούν. Το πιο σημαντικό, όμως, μεσοπρόθεσμα είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις, ώστε το χαρτί να συγκεντρώνεται όχι μέσα από σκουπιδοντενεκέδες, αλλά διαχωρισμένο και σχετικά καθαρό.


Η συνεργασία με τη βιομηχανία και η εκπαίδευση των γυρολόγων στις ποιότητες του χαρτιού μπορεί να συμβάλλει στην εξασφάλιση καλύτερων ποιοτήτων ανακυκλωμένων προϊόντων.


Ένα ποσοστό των ανταποδοτικών τελών, των τελών καθαριότητας των Ο.Τ.Α. που καλύπτουν το κόστος συλλογής απορριμμάτων πρέπει να διατίθεται προς όφελος της συλλογής χαρτιού για ανακύκλωση. Αυτό το μέτρο σε συνδυασμό με οικονομικά εργαλεία, όπως είναι για παράδειγμα η εφαρμογή ενός «τέλους ανακύκλωσης» σε όσα προϊόντα καταλήγουν σήμερα στα άχρηστα, μπορεί να εξασφαλίσει μακροχρόνια το κόστος συλλογής κι αξιοποίησης του χαρτιού (και των άλλων υλικών), που είναι πράγματι υψηλό. Αλλά αυτό που κοστίζει σήμερα εξαιρετικά ακριβά είναι η συλλογή των σκουπιδιών ως άχρηστων: η συλλογή ενός τόνου σκουπιδιών και η μεταφορά τους σε μία χωματερή έχει φθάσει να κοστίζει 20.000-50.000 δρχ. Η ελάττωση των σκουπιδιών που αντιμετωπίζονται σήμερα σαν άχρηστα και η αξιοποίηση του μεγαλύτερου ποσοστού τους δεν θα έχει μόνο περιβαλλοντικά και κοινωνικά οφέλη αλλά και σημαντικά οικονομικά οφέλη, ενώ θα συμβάλει και στη δημιουργία πολύ περισσότερων νέων θέσεων εργασίας.

Προηγούμενη Σελίδα        http://anakyklosi.idx.gr        Προηγούμενη Σελίδα
Advertised by Ati Advertising on www.idx.gr